Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

I want you.

Η Μυρτώ πέταξε το βιβλίο στα πόδια του κρεβατιού κι εκείνο χτύπησε στον απέναντι τοίχο και προσγειώθηκε με φόρα στο πάτωμα. "Δεν μπορώ ούτε να διαβάσω με τον μαλάκα" σκέφτηκε και σηκώθηκε να ανάψει τσιγάρο. Τελευταία κάπνιζε όλο και πιο πολύ. Και πέρα από την υγεία της, που γενικά δεν την πρόσεχε,σαν να μην την αφορούσε, έβλεπε και το πορτοφόλι της να μένει όλο και πιο συχνά άδειο. Σαν το ψυγείο της. Και την καρδιά της.

Το μόνο γεμάτο πράγμα που είχε τελευταία ήταν το κεφάλι της. Άλλοτε γεμάτο με σκέψεις που της έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την καρδιά της να χάνει τον ρυθμό κι όλο και πιο συχνά, τώρα τελευταία, με αλκοόλ.

Δεν συχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το πως άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν. Αυτή, η τόσο λογική και πραγματίστρια στα όρια του κυνισμού, να ταράζεται σαν κοριτσάκι κάθε φορά που έβλεπε μια πράσινη κουκκίδα στον υπολογιστή της. Πατημένα 30, θα πρεπε να ξέρει καλύτερα.

Έμεινε να κοιτάζει το βιβλίο στην άλλη άκρη του δωματίου. "Δεν μπορεί να πήγαν όλο τόσο στραβά" επαναλάμβανε νοητά κάθε τόσο. Όλο αυτό θα ήταν ένα παιχνίδι. Σε όλο αυτό θα είχε το πάνω χέρι. Θύμα της αλαζονείας της και της πολύ κακής κρίσης της για τους ανθρώπους, βρισκόταν τώρα μόνη στο διπλό της κρεβάτι. Στο ίδιο κρεβάτι που πριν λίγες μέρες έβαζε φωτιά μαζί με τον μαλάκα. Στο ίδιο κρεβάτι που τον ονειρεύτηκε, πολύ πριν γίνει δικός της για κάποιες ώρες. Στο ίδιο κρεβάτι που μούσκεψε από τον ιδρώτα του πάθους, από τα λυσσασμένα φιλιά της απόγνωσης, από τους οργασμούς της ευδαιμονίας.

Και τώρα, με το βλέμμα στο άπειρο, σιχτίριζε νοητά την απόφαση της να τον φέρει εκεί. Το παιχνίδι μεταξύ τους έμοιαζε με κρυφτό ή κυνηγητό ή κάτι πολύ πιο βίαιο που παίζουν τα παιδιά. Μόνο που οι πληγές όσο μεγαλώνεις μένουν ανοιχτές για περισσότερο, κι εκείνος υπήρξε πιο έξυπνος, πιο γρήγορος και πιο δυνατός. Και η Μυρτώ δεν μπορούσε καν να συγκεντρωθεί για να διαβάσει.

Πόσο την κούραζαν παλιά οι κοινότυπες ιστορίες αγάπης, οι μετριότητες. "Όλα ή τίποτα" αναφωνούσε κι έπεφτε με φόρα στην φωτιά κι ας καιγόταν. Κι η αλήθεια είναι πως μόνο μια ιστορία απ' όσες έζησε μπορούσε να την λογίσει σαν ιστορία αγάπης. Δεν ήταν αυτή η τελευταία, κάτι που έκανε τις τύψεις και τον θυμό προς τον εαυτό της να μεγαλώνει κάθε δευτερόλεπτο.

Κάποτε, σε μια βόλτα στα στενά της πόλης, του είχε πει πως δεν θα μπορούσε ποτέ να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του,και το πίστευε, μέχρι που εκείνος αποφάσισε να την πείσει για το αντίθετο. Το κίνητρό του, ένας ηλίθιος εγωισμός μπολιασμένος με αρκετή ανασφάλεια, της φανερώθηκε όταν εκείνη είχε ήδη αρχίσει να νιώθει τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας που λέγεται καψούρα.

Τον καψουρεύτηκε μεγαλειωδώς κι απαρηγόρητα, όπως καψουρεύονται στα λαϊκά σουξέ, κι όταν εκείνος εξαφανίστηκε, καταστρέφοντας στο πέρασμα του όλες τις ελπίδες για κάτι καινούργιο και χαρούμενο, εκείνη δεν έστειλε ούτε ένα μήνυμα. Δεν ήθελε απάντηση, άλλωστε την ήξερε. Ήταν ο τίτλος από μια γλυκανάλατη ταινία που είχε δει παλιά. "Απλά δεν σε γουστάρει αρκετά". Κι έτσι, κοινότυπα και χωρίς μελοδραματισμούς προσπάθησε να τον βάλει στην κατηγορία των λάθος αποφάσεων και να τον ξεχάσει,



Μα κάτι μέσα της την έτρωγε. Ένας θυμός πρωτόγονος φούσκωνε στο στήθος της κάθε φορά που τον έβλεπε να περνά στον δρόμο, καθώς η πόλη τείνει να γίνεται αφόρητα μικρή όταν προσπαθείς να ξεχάσεις κάποιον.Και μια σκέψη την καταλάμβανε κατακλυσμιαία μόλις τον ένιωθε κοντά της: "Πρέπει να κερδίσω!". Γιατί οι δυο τους, όπως είπαμε, έπαιζαν πολλά παιχνίδια. Η εξουσία άλλαζε χέρια μεταξύ τους ανά διαστήματα, πράγμα που η Μυρτώ έβρισκε απόλυτα γοητευτικό, εκείνος όχι τόσο όπως αποδείχθηκε.

Κι έτσι ξεκίνησε ένα ντόμινο καταστροφικών για την ίδια αποφάσεων. Πρώτα έγινε απόμακρη, ύστερα υπερβολικά χαλαρή, ενέπλεξε στην παράνοια κι ένα από τα λεγόμενα "καλά παιδιά" που είθισται να τραβάνε το ζόρι για τους "μαλάκες", και η ώριμη Μυρτώ έπαιξε. Έπαιξε με την καρδιά της, και με την καρδιά του μαλάκα, μέχρι που όπως γίνεται πάντα στα παιχνίδια, κάποιος έχασε. Και έχασε εκείνος που νοιαζόταν πιο πολύ για την νίκη. Η ίδια.

Και καθώς οι μέρες περνούσαν, και το αλκοόλ δεν έκανε πια την δουλειά του, ο γοητευτικός τύπος έγινε ο μαλάκας, κι από συγκεκριμένα μέρη δεν περνούσε ούτε απ' έξω. Μαζί με το παιχνίδι η Μυρτώ έχασε κι ένα κομμάτι του εαυτού της, εκείνου του ηθικού και άμεμπτου που την προστάτευε από ηλίθιες αποφάσεις σαν κι αυτές που έπαιρνε το τελευταίο διάστημα.

Το πρωί την βρήκε σκεπτική κι αποφασισμένη με δύο πακέτα τσιγάρα τσαλακωμένα δίπλα της.
"Έτσι είναι η ζωή " μουρμούρισε και σηκώθηκε να πάει στην δουλειά.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου